Να μην αφεθούν μετά τη λύση θέματα ΑΟΖ

Να μην αφεθούν μετά τη λύση θέματα ΑΟΖ

ploi

Σε μια μελλοντική διαπραγμάτευση του Κυπριακού, τα ζητήματα της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας και γενικά των θαλασσίων ζωνών της Κύπρου δεν πρέπει να αφεθούν για να συζητηθούν μετά τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού, όπως συνέβη στο Σχέδιο Ανάν (που ήταν το προϊόν συγγραφής και επιδιαιτησίας του Γενικού Γραμματέα των Η.Ε.), αλλά και (όπως προκύπτει από τη δημόσια κατά καιρούς ενημέρωση) στην τελευταία «κυπριακής ιδιοκτησίας» διαδικασία, η οποία τελεύτησε την 7η παρελθόντος Ιουλίου στον Κραν Μοντάνα της Ελβετίας. Αυτό αναφέρει ο πρέσβης Τάσος Τζιωνής, σε άρθρο του στο περιοδικό «Τετράδια» (τεύχος 71-72, Ιανουάριος 2018, Αθήνα), πριν δηλαδή αρχίσει να εκδηλώνεται η κρίση στην ΑΟΖ μας.

Η αναφορά του Κύπριου πρέσβη είναι επίκαιρη λόγω και των εξελίξεων στην ΑΟΖ και της εν γένει συμπεριφοράς της Άγκυρας. Οι επιθετικές ενέργειες της Τουρκίας επιβεβαιώνουν αυτό που υποδεικνύει στο κείμενό του, πως δεν θα πρέπει να αφεθεί καμία εκκρεμότητα στα ζητήματα αυτά (ούτε και σε άλλα), καθώς το σημερινό σκηνικό έντασης στην ΑΟΖ θα είναι μόνιμο. Ο κ. Τζιωνής τονίζει πως επιπλέον θα πρέπει να διασφαλισθούν η συμπερίληψη στον κατάλογο των συνθηκών που θα δεσμεύουν την Κύπρο, μετά τη συνολική διευθέτηση, των συμφωνιών οριοθέτησης ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας, που έχει συνάψει με γειτονικές χώρες, και ο αποκλεισμός από αυτόν της λεγόμενης «συμφωνίας» οριοθέτησης Τουρκίας – ψευδοκράτους του 2011.

 

Επειδή, αναφέρει, είναι κατά κανόνα πολύ δύσκολο να ρυθμιστούν ζητήματα οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών, και δη με μια χώρα η οποία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982, η οποία, επιπλέον, αμφισβητεί τους σχετικούς κανόνες εθιμικού δικαίου και, ακόμη, δεν αναγνωρίζει την υποχρεωτική διαδικασία κανενός αρμόδιου διεθνούς δικαιοδοτικού μηχανισμού που θα μπορούσε να κληθεί να βοηθήσει στην οριοθέτηση θαλασσίων συνόρων, η δική μας πλευρά οφείλει να δράσει προληπτικά. Έχοντας εμπειρία στα ζητήματα αυτά, καθώς τα έχει διαχειριστεί ως διπλωμάτης σε διάφορες φάσεις, αναφέρει πως σε κάθε μελλοντική διαπραγμάτευση θα πρέπει απαραίτητος όρος να είναι η δέσμευση των συμβαλλομένων ότι η επίλυση διεθνών διαφορών σε σχέση με τη θάλασσα ή ο καθορισμός των θαλασσίων συνόρων ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας Τουρκίας – Κύπρου, θα γίνεται από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ή από το Διεθνές Δικαστήριο του Δικαίου της Θάλασσας που εδρεύει στο Αμβούργο). Αυτό να γίνεται βάσει συμφωνίας που θα περιλαμβάνεται στο πακέτο των συμφωνιών για τη συνολική διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος και η οποία θα κατατεθεί στο αρμόδιο Διεθνές Δικαστήριο. Διότι αν, παρ’ ελπίδα, προειδοποιεί ο πρέσβης, αφεθούν αυτά τα ζητήματα τα οποία κρίνουν όχι απλώς το οικονομικό μέλλον, αλλά και τη στρατηγική επιβίωση της Κύπρου ως ανεξαρτήτου και κυρίαρχου κράτους, για να ρυθμιστούν μετά τη συνολική διευθέτηση, μπορεί κάποιος εγκύρως να προβλέψει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Κύπρου δεν θα μπορέσει να λάβει οποιαδήποτε απόφαση, λόγω της σταθερά υποστηρικτικής στάσης των Τουρκοκυπρίων έναντι των τουρκικών εθνικών συμφερόντων σε βάρος της Κύπρου.

 

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο, η Τουρκία προφανώς γνωρίζει ότι οι θέσεις της είναι παράλογες και ότι δεν μπορούν να βασιστούν στο διεθνές δίκαιο. Βρίσκουν θεμελίωση μόνο στην ισχύ την οποία έχει και θεωρεί ότι έχει. Από αυτή τη θεώρησή της πηγάζει και η πεποίθησή της ότι σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση για οριοθέτηση των θαλασσίων συνόρων με την Κύπρο, ύστερα από μια πολιτική συνολική διευθέτηση του Κυπριακού, θα επιτύχει αυτό που επιδιώκει αφού θα έχει και την αποτελεσματική στήριξη των «Τουρκοκυπρίων» μέσω της «αποτελεσματικής συμμετοχής» τους στη λήψη «σημαντικών αποφάσεων», στο πλαίσιο της κυπριακής διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, με πολιτική ισότητα, σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, κ.λπ, κ.λπ.

Είναι πρόδηλο, από τα όσα με την εμπειρία και τις γνώσεις του καταθέτει ο Κύπριος διπλωμάτης, πως αποτελεί μονόδρομο η διασφάλιση πως σε μια συμφωνία όλα αυτά τα ζητήματα θα είναι ξεκαθαρισμένα. Χωρίς εποικοδομητικές ασάφειες, διατυπώσεις πολλαπλών ερμηνειών, που θα προσφέρουν στην Τουρκία «ευκαιρίες» και «άλλοθι» για να παρεμβαίνει, να αμφισβητεί, να… διεκδικεί.

Οι αριθμοί που καθορίζουν το παιγνίδι

Στο κείμενο του πρέσβη Τάσου Τζιωνή, στο περιοδικό «Τετράδια», αναφέρεται πως η Κύπρος διαθέτει ζώνη χωρικών υδάτων πλάτους 12 ν.μ. από τις γραμμές βάσεώς της. Η ζώνη αυτή έχει έκταση περίπου 14.800 τετρ. χλμ. (Για σκοπούς σύγκρισης, υπενθυμίζουμε ότι το χερσαίο έδαφος της Κύπρου καλύπτει έκταση 9.251 τετρ. χλμ.). Λαμβάνοντας υπόψη τα ήδη συμφωνηθέντα θαλάσσια σύνορα με τρεις γειτονικές της χώρες και θεωρώντας ότι τα θαλάσσια σύνορα της Κύπρου με τους υπόλοιπους γείτονές της είναι η μεταξύ τους μέση γραμμή, υπολογίζεται ότι η Κύπρος έχει δικαίωμα σε ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα έκτασης 82.700 τετρ. χλμ. Αυτό σημαίνει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει κυριαρχία ή κυριαρχικά δικαιώματα και δικαιοδοσίες, σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο, σε μια θαλάσσια έκταση περίπου 97.500 τετρ. χλμ. δηλαδή περίπου 10,5 φορές το χερσαίο έδαφος της Κύπρου.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, αν υιοθετείτο η τουρκική θέση ότι η Κύπρος δεν διαθέτει ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα στα δυτικά της και ότι η Τουρκία έχει θαλάσσια σύνορα με την Αίγυπτο στη βάση της μέσης γραμμής, η Κύπρος θα έχανε, προς όφελος της Τουρκίας, μια θαλάσσια έκταση ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα πάνω από περίπου 33.700 τετρ. χλμ., δηλαδή περίπου το 41% της ΑΟΖ της, ή 3,6 φορές το χερσαίο έδαφος της Κύπρου. Αν επιπλέον νομιμοποιείτο (π.χ. μέσω του καταλόγου διεθνών συμφωνιών που θα δέσμευαν την Κύπρο μετά τη συνολική διευθέτηση του Κυπριακού) η «συμφωνία» Τουρκίας ψευδοκράτους του Σεπτεμβρίου 2011, για μεταξύ τους «οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας», η Κύπρος θα έχανε μια πρόσθετη έκταση πάνω από 2.100 τετρ. χλμ. (περίπου 3% της κυπριακής ΑΟΖ). Εάν υιοθετείτο δε η τουρκική αντίληψη ως προς την ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα την οποία θα δικαιούτο η Κύπρος, με βάση τουρκικό χάρτη, ο οποίος κατ’ επανάληψη έχει δημοσιευθεί, η Κύπρος θα παρέμενε με μια ΑΟΖ περίπου 25.500 τετρ. χλμ., δηλαδή θα διατηρούσε περίπου μόνο το 31% της ΑΟΖ που δικαιούται και που έχει κερδίσει μέσω συμφωνιών με τους γείτονές της.

Οι αριθμοί, από μόνοι τους, δείχνουν τη σημασία της ρύθμισης του θέματος της θάλασσας, πριν από τη συνολική πολιτική διευθέτηση του Κυπριακού, στο πλαίσιο της διαπραγμάτευσης ή εκτός αυτής, επισημαίνει ο κ. Τζιωνής.

Να αντιληφθούν οι Τ/Κ τι προσφέρουν στην Τουρκία

Είναι εξαιρετικά μεγάλης σημασίας να αντιληφθούν οι Τουρκοκύπριοι ότι υποστηρίζοντας, όπως κάνουν μέχρι τώρα, τις τουρκικές θέσεις, η Τουρκία, ως αποτέλεσμα αυτής της υποστήριξης, θα μπορούσε να έπαιρνε στην πράξη αυτά που δεν δικαιούται, αλλά διεκδικεί για τον εαυτό της, προκαλώντας την απώλεια στην Κύπρο, που είναι και δική τους πατρίδα, του περίπου 44% της ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας της.  Συνεπεία δε τούτου, σημειώνεται στο κείμενο του κ. Τζιωνή, θα ετίθετο σε κίνδυνο απώλειας, ακόμη μια περιοχή στα νοτιοδυτικά της Κύπρου, η οποία κείται νοτίως της νοητής μέσης γραμμής ανάμεσα στις ακτές της Τουρκίας και τις ακτές της Αιγύπτου και που συνιστά περίπου το 17% της Κυπριακής ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδας.

Σύμφωνα με τον κ. Τζιωνή, μπορεί ο καθένας να αντιληφθεί τη σημασία του θέματος για τη λύση του Κυπριακού, αν λάβει υπόψη, έστω μόνο την ενεργειακή διάστασή του. Η ΑΟΖ/υφαλοκρηπίδα της Κύπρου, με βάση επιστημονικές μελέτες, ιδιαίτερα εκείνη της Αμερικανικής Υπηρεσίας Γεωλογικών Επισκοπήσεων του 2010, κρύβει ασύλληπτες ποσότητες υδρογονανθράκων (πετρέλαιο και κυρίως φυσικό αέριο). Συνεπώς, τονίζει, οι διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος της Κύπρου, ικανοποιούμενες, θα οδηγούσαν στην οριστική απώλεια εκ μέρους της Κύπρου του μεγίστου μέρους του εθνικού της πλούτου των υδρογονανθράκων.

Πηγή : philenews.com