Ο Χατζηγιάννης ξεκινά νέα καλλιτεχνική ζωή, ρίχνοντας γέφυρες με το κοινό που τον λάτρεψε…!

By Andreas Andreou — August 24, 2017

Ηρεμος, προσγειωμένος, μα όχι πια εξοντωμένος και πάντα με τη Ζέτα στο πλευρό του, αφήνει πίσω του οριστικά τα δύσκολα χρόνια της φοροδιαφυγής και της δημόσιας διαπόμπευσης και ξεκινά νέα καλλιτεχνική ζωή, ρίχνοντας γέφυρες με το νεανικό κοινό που πάντα τον λάτρευε.

cache_846x3000_Analog_medium_238413_17267_2482017

Λίγο προτού αρχίσει να απλώνεται η νύχτα πάνω από τη μαρίνα Ιτέας, με το φεγγάρι να αχνοφαίνεται στην άκρη του ουρανού που καλύπτει την ευλογημένη γη της Φωκίδας, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης είχε πολλά να σκεφτεί: όχι τόσο για τη συναυλία, μια ακόμα στο πλαίσιο της μεγάλης περιοδείας που συμπίπτει με το δυναμικό comeback του στο ελληνικό προσκήνιο, αλλά για τη νέα στροφή, για τη διαφορετική (επαν)έναρξη, για την εκ νέου κάθοδό του στον κόσμο της διασημότητας, που δεν είναι πια αυτός που ήταν.

Τα πιτσιρίκια που ζητούσαν εναγωνίως στην αποψινή βραδιά τα παλαιότερα χιτ του -και που παραδόξως θυμούνταν απέξω όλους τους στίχους- είναι τα ίδια που λίγες μέρες πριν αποθέωναν τον Ντάνο, αγνοώντας ενδεχομένως πόσο ακριβώς κυρίαρχος ήταν ο Μιχάλης Χατζηγιάννης στον δημόσιο χώρο στην αρχή της νέας χιλιετίας. Τώρα, με τον ίδιο να ανεβαίνει στη σκηνή με μια ελαφρά αμηχανία, που δικαιολογείται από τη σχεδόν πεντάχρονη απουσία του και τη νέα κατάσταση πραγμάτων, κανείς δεν ξέρει τι να περιμένει. Ο Μιχάλης Χατζηγιάννης είναι και πάλι εδώ, χαρούμενος και ζωηρός, να ευχαριστεί την ποδοσφαιρική ομάδα Αστέρα Ιτέας που τον κάλεσε και να υπόσχεται ακόμα δυναμικότερες εμφανίσεις στο μέλλον. Ο κόσμος δεν είναι πια ο ίδιος, αλλά δείχνει να τον θυμάται και να τον αγαπά, να ανάβει (ξανά) τους αναπτήρες για να συνοδεύσει αγαπημένα άσματα όπως «Κράτα με» ή «Μια νύχτα τρελή» ανακαλώντας ενδεχομένως στον νου παλιούς έρωτες που τα συνόδευσαν σε μία δεκαετία, όπου όλα ήταν πιο ανέμελα και πιο όμορφα για τη χώρα. Και σίγουρα για τον ίδιο τον τραγουδοποιό.

«Δεν ξέρω πώς / Και πού να στείλω μια selfie μου» τραγουδάει σήμερα ο Μιχάλης Χατζηγιάννης, δίνοντας ίσως το στίγμα της νέας εποχής με το οποίο προσπαθεί να συνδεθεί.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ

Ο,τι δεν με σκοτώνει με κάνει πιο δυνατό

Και η αλήθεια είναι ότι αυτά που πέτυχε ο Χατζηγιάννης τη δεκαετία του 2000, τότε που οι εταιρείες ακόμα πλούτιζαν από τα CD, δεν τα είχε πετύχει κανείς άλλος την ίδια περίοδο: 3.500.000 πωλήσεις, αμέτρητα fan clubs, κοπελίτσες να κόβουν κυριολεκτικά φλέβα στο αντίκρισμά του -το αντίπαλο δέος στις Ρουβίτσες-, απανωτοί πλατινένιοι δίσκοι και φυσικά οι παπαράτσι να βρίσκονται πάντα στο διάβα του. Το φαινόμενο Χατζηγιάννης καταγράφηκε ως ενδεικτικό μιας εποχής που ζητούσε ανέμελα τραγούδια που μιλάνε κατευθείαν στο μέρος της καρδιάς ή να ξεσηκώνουν τα πλήθη όπως το «Χέρια ψηλά», χωρίς ωστόσο τον βαρύ νταλκά των λαϊκών και με την πραγματικά κρυστάλλινη φωνή του Κύπριου αοιδού να γοητεύει ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα.

Οι εποχές, όμως, ήταν τότε άλλες, όπως και τα χρήματα και η διάθεση σε μια Ελλάδα που εισέπραττε την επιτυχία των Ολυμπιακών Αγώνων και ζούσε στιγμές ευφορίας – ενίοτε και μανιακού ξεσπάσματος. Μέσα σε αυτό τον κουρνιαχτό, ο Μιχάλης Χατζηγιάννης δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος απολαμβάνοντας τους καρπούς της δουλειάς του αλλά και βγάζοντας (πολλά) χρήματα, κάποια από τα οποία επενδύθηκαν σε ακίνητα, αλλά χωρίς επιτυχία, σε ξενοδοχεία, όπως εκείνο που είχε αγοράσει στο Ημεροβίγλι της Σαντορίνης, και σε εταιρείες. Εως ότου προέκυψε η υπόθεση με τα αδήλωτα εμβάσματα των 5,3 εκατ. ευρώ, αρκετή για να τον εξοντώσει καλλιτεχνικά, ηθικά, απόλυτα.

Δεν ήταν μόνο τα 45.000 ευρώ που έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως στη σχετική ρύθμιση των 100 δόσεων που είχε με την Εφορία, ούτε η προσπάθειά του να αποδείξει ότι ήδη έχει καταβάλει στο ελληνικό κράτος φόρους που ξεπερνάνε τα 3,5 εκατ. ευρώ, αλλά κυρίως η δημόσια διαπόμπευση -εξώφυλλα, πρωτοσέλιδα- που τον λύγισε και τον ανάγκασε να αποσυρθεί. Δεν ήταν εύκολο σε όλη αυτή την ιστορία να συνεχίσει να δίνει συναυλίες ή να κάνει δίσκους υποδυόμενος τον ανέμελο τραγουδιστή.

Οπως δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξη, την πρώτη μεγάλη που παραχώρησε ύστερα από καιρό, έμαθε πολλά από αυτή την περιπέτεια: «Αυτό που πέρασα με τα φορολογικά μού προκάλεσε μια καθήλωση πρωτόγνωρη. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να σεβαστώ τη Δικαιοσύνη και να περιμένω. Αυτό όμως που δεν μπορούσα να φανταστώ ήταν το πόσο επώδυνη και βασανιστική είναι η περίοδος που ζεις με το στίγμα. Πόσο γερό στομάχι και υπομονή πρέπει να έχεις για να το αντέξεις. Εξελίχθηκε σε μια περίοδο ιδιαίτερης ενδοσκόπησης και είδα ότι ακόμα και σε ακραίες καταστάσεις υπάρχει μια ευλογία. Ωριμάζεις, γνωρίζεις τα όριά σου, βλέπεις ποιοι άνθρωποι είναι πραγματικά δίπλα σου και μέσα στο συνονθύλευμα αυτό της περιδίνησης γράφεις και ένα τραγούδι… Εχω την αίσθηση ότι πυροδοτήθηκε ένας ορυμαγδός συκοφαντίας που με ξεπερνούσε και ήταν άμεσα επιβαρυντικός για τη ζωή μου και τη δουλειά μου. Κανείς δεν θέλει να αισθάνεται απόκληρος μιας κοινωνίας που αγαπάει και τον έχει αγκαλιάσει. Ηταν ένα συναίσθημα πλήρους αποκοπής από τα πάντα, ένα είδος εξορίας».

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ

Δεν έπεσε σε ουσίες, δεν βούτηξε στην κατάθλιψη 

Είναι προφανές λοιπόν ότι δεν το έβαλε κάτω: δεν έπεσε σε ουσίες, δεν άφησε να τον παρασύρει η κατάθλιψη. Σύμμαχός του όλο αυτό το διάστημα των πέντε χρόνων, κατά το οποίο έμεινε εκτός, ήταν η σύντροφός του Ζέτα Μακρυπούλια, με την οποία συνδέθηκε σε εποχές όπου το άστρο του μεσουρανούσε και ξέροντας ότι ένας μόνιμος δεσμός θα του κοστίσει όσον αφορά τις πιστές του ακολούθους. Η αλήθεια είναι πως οι φαν του δεν είδαν με ιδιαίτερα καλό μάτι την εκτυφλωτικά ωραία και εξίσου διάσημη ηθοποιό, ούτε μπορούσαν να αποδεχτούν εύκολα την εικόνα ενός ερωτοχτυπημένου και ως εκ τούτου ευάλωτου Χατζηγιάννη. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια που είναι μαζί, δεν ξεχνάει να δηλώνει την αδυναμία που της έχει και της αφιερώνει από σκηνής τραγούδια, όπως στην τελευταία του συναυλία που έγινε στην Πάρο. Εκεί έχουν και το εξοχικό τους, όπου περνάνε όλο το καλοκαίρι ή το Πάσχα, το οποίο φέτος πέρασαν παρέα με τη Χαρούλα Αλεξίου και τον Λάκη Λαζόπουλο.

Η ίδια η ηθοποιός δεν ξεχνάει να αναρτά στο Instagram φωτογραφίες με το ευτυχισμένο χαμόγελο της επιβεβαιωμένης συντρόφου, επισημαίνοντας ότι ο αγαπημένος της φροντίζει να της κάνει εκπλήξεις γεμίζοντας το σπίτι με τριαντάφυλλα και μεταμορφώνοντας την καθημερινότητά της. Δεν είναι και λίγο πάντως σε μια σόουμπιζ, όπου τα ζευγάρια χωρίζουν με την πρώτη αφορμή και οι σύντροφοι σπάνια συμπαραστέκονται ο ένας στον άλλον και ακόμα πιο σπάνια παραμένουν μαζί στις μεγάλες δυσκολίες, να συναντάει κανείς την περίπτωση των πάντοτε λαμπερών και αγαπημένων, παρά τα προβλήματα, Μιχάλη και Ζέτα (εξ ου και το σκάφος που είχαν με το όνομα «ΖΕΜΙ»). Ωστόσο, όπως παραδεχόταν ο ίδιος στην πρόσφατη συνέντευξή του δεν είναι ότι δεν υπήρξαν προβλήματα, αφού δύο διάσημοι και εξίσου ισχυρές προσωπικότητες δεν χωράνε εύκολα σε ένα σπίτι. Υπάρχουν, όμως, η κατανόηση και η αγάπη. Οι φίλοι που τους ζούνε από κοντά στη Γλυφάδα περιγράφουν στιγμές που δεν απέχουν από αυτές που θα ήθελαν να περιγράφουν τα γυαλιστερά περιοδικά: ωραίος βίος, ταξίδια στο εξωτερικό, δώρα και αγάπες. Μαζί πήγαν στη Νέα Υόρκη, στη μακρινή Αυστραλία, στη Γερμανία. Στην τελευταία, όμως, ο ίδιος είδε να αποτυγχάνει το πρότζεκτ «Michalis»: αυτό το όνομα θα είχε ο κύκλος των συναυλιών που θα έδινε σε ξένες χώρες όπου το όνομά του ήταν γνωστό, αποφεύγοντας τον φορτισμένο χώρο της Ελλάδας. Η υποδοχή των Γερμανών δημοσιογράφων τον φόβισε και ήταν ίσως χειρότερη και από αυτή των Ελλήνων.

Στο τέλος κάθε συνέντευξης Τύπου που παραχωρούσε στις γερμανικές πόλεις δεν σταματούσαν να τον ρωτάνε για τα χρήματα που χρωστάνε οι Ελληνες, για τη χώρα του που επιβαρύνει τους Γερμανούς φορολογούμενους, όλα αυτά τα επιχειρήματα δηλαδή που συνοδεύουν τα αδιανόητα εξώφυλλα της «Bild». Το εγχείρημα του εξωτερικού εγκαταλείφθηκε και κάπως έτσι ο Χατζηγιάννης αποφάσισε να αντιμετωπίσει κατάματα την πραγματικότητα πίσω στη χώρα που τον υποδέχτηκε, για πρώτη φορά, προτού καν συμπληρώσει τα είκοσί του χρόνια. Στην Ελλάδα είδε την καριέρα του να απογειώνεται, εδώ γνώρισε και τη θερμή ανταπόκριση των ομότεχνών του, όπως η Γαλάνη, οι οποίοι διέκριναν από πολύ νωρίς το ξεχωριστό του ταλέντο. Επιπλέον είχε ήδη πληρώσει ακριβά με αίμα και με χρήμα την περιπέτειά του, η οποία έγινε ακόμα χειρότερη με το κούρεμα καταθέσεων στην πατρίδα του, την Κύπρο, και τώρα έπρεπε να βρει ξανά τρόπο να βγει μπροστά.

Στον νέο κόσμο των survivors, όπου οι διασημότητες είναι αγόρια της διπλανής πόρτας που αντί για μουσικές επιτυχίες επιδεικνύουν στιβαρά μπράτσα γεμάτα τατουάζ, ο Χατζηγιάννης οριοθετεί τον δικό του χώρο και δείχνει να τα καταφέρνει

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ

Στροφή και εσωτερική ηρεμία 

Η πραγματικά εξομολογητική διάθεση που διακρίνει την πρόσφατη συνέντευξή του, μακριά από τις φοβικές δηλώσεις του παρελθόντος, μαρτυρά ξεκάθαρα την εσωτερική στροφή και την ηρεμία που συνοδεύει την επιστροφή του. Επιπλέον αποκαλύπτει έναν άλλον Χατζηγιάννη, πιο ανθρώπινο και προσηνή, ο οποίος ξέρει πια πως τίποτα δεν είναι δεδομένο – ακόμα και σε μια καριέρα που βρίσκεται μονίμως στο απόγειο. Νέα σύμβολα κατασκευάζονται, οι τραγουδιστές δεν έχουν πια να περιμένουν από τις πωλήσεις CD και τα πάντα λειτουργούν με βάση το Διαδίκτυο. Στον νέο κόσμο των διαφόρων survivors, όπου οι διασημότητες είναι αγόρια της διπλανής πόρτας που αντί για μουσικές επιτυχίες επιδεικνύουν στιβαρά μπράτσα στολισμένα με τατουάζ χωρίς να χρειάζονται να επαίρονται για την ευφυΐα αλλά για τη μυϊκή τους δύναμη, ο Χατζηγιάννης έπρεπε να οριοθετήσει εκ νέου τον δικό του χώρο.

Και το έκανε με όπλο του την αλήθεια: αρκετά πιο ειλικρινής, δεν φοβάται πια να μιλάει για τις αδυναμίες του, όπως ότι του αρέσουν τα γρήγορα αμάξια και οι ταινίες τρόμου, ότι το πάλεψε πολύ για να κόψει το τσιγάρο, ότι πέρασε ζόρικα, ότι ένιωσε να τρέμει τον θάνατο. Ακόμα και ότι αδυνατεί να κάνει δίαιτα προτιμώντας να την αφήνει πάντα από Δευτέρα. Ξέρει, άλλωστε, να προσαρμόζεται στις ανάγκες των καιρών είτε επειδή έχει δει ότι το παιχνίδι εύκολα εξελίσσεται σε καραμπόλα είτε επειδή δεν έπαιξε ποτέ επιπόλαια αναζητώντας τις βαθιές ρίζες μιας καταγωγής που έχει βαριά πάνω της το αποτύπωμα της Ιστορίας.

Για ένα αγόρι που κατάγεται από την Κερύνεια ο πόνος της έλλειψης ή του χαμού είναι καταγεγραμμένος στο DNA του και σε αυτό που έχει μάθει από μικρός: τι σημαίνει να στερείσαι -ενίοτε- την ασφάλεια και την ίδια την πατρίδα. Τώρα, πιο σοφός και άνετος, βάζει ένα πρόχειρο T-shirt και κάνει διαδρομές μέσα σε Πλάκα, Αμπελόκηπους, Μοναστηράκι για να συνοδεύσει τα τραγούδια του νέου του δίσκου. Δείχνει μάλιστα να αφουγκράζεται και τα νέα trends, τις εμμονές των παιδιών του Διαδικτύου, που είναι διαφορετικές από εκείνες στις αρχές του 2000, αφού στο τραγούδι που μόλις κυκλοφόρησε με τον τίτλο «Κοίτα με» σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου τον ακούμε να τραγουδάει: «Κατεβαίνουμε… Κοίτα με / Δεν ξέρω πώς / Και πού να στείλω μια selfie μου / Κι όσο ψάχνεσαι λέγοντας / “Ποιος είναι αυτός;” / Θ’ απογειώνεις το κέφι μου». Ισως και να το εννοεί ότι είναι κεφάτος μετά από καιρό και έτοιμος, αν όχι για ολική επαναφορά, για νέες εξορμήσεις. Ξέρει, άλλωστε, καλά πως ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό και ό,τι δεν σε τελειώνει πιο ετοιμοπόλεμο.

Σύμμαχός του στα πέντε δύσκολα χρόνια, κατά τα οποία έμεινε εκτός ήταν η σύντροφός του Ζέτα Μακρυπούλια, με την οποία συνδέθηκε σε εποχές που το άστρο του μεσουρανούσε

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ

Πηγή: ΠρώτοΘέμα

Πρωτοσέλιδα Εφημερίδων